Επιγραφές


Το Αρχείο Επιγραφών αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα του Αρχείου της Οικογένειας Λαμπάκη, το οποίο παραχωρήθηκε για μελέτη στον γράφοντα από τον κ. Ιωάννη-Νικόλαο Λαμπάκη, ο οποίος ανέλαβε και την αναγκαία δαπάνη για την ολοκλήρωσή της. Την επιστημονική επιμέλεια της συνεργασίας, η οποία ξεκίνησε το 1999 και ολοκληρώθηκε, με μία μικρή – διετή περίπου (2004-2006) – διακοπή, το 2008, είχε αναλάβει η – ομότιμη πλέον – καθηγήτρια βυζαντινής αρχαιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Σοφία Καλοπίση-Βέρτη. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, οι συνολικά 607 επιγραφές καταχωρίστηκαν σε ειδικά σχεδιασμένη για το σκοπό αυτό βάση δεδομένων.

Το Αρχείο Επιγραφών είναι ένα σύνολο από δεκαπέντε χειρόγραφα τεύχη, στα οποία ο Γεώργιος Λαμπάκης (1854-1914) αντέγραφε διάφορες επιγραφές από ναούς και άλλους τόπους που επισκεπτόταν, με σκοπό αργότερα να τις δημοσιεύσει. Αρκετές, μάλιστα, από τις επιγραφές του Αρχείου δημοσιεύθηκαν από τον Λαμπάκη στο Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας της πρώτης περιόδου (1892-1911), κυρίως στα τεύχη Α΄ (1892) έως Ι΄ (1911), τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος τους συντάχθηκαν από τον ίδιο.
Οι 607 επιγραφές του Αρχείου καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από την παλαιοχριστιανική εποχή έως την όψιμη μεταβυζαντινή περίοδο, ενώ γεωγραφικά προέρχονται από διάφορα μέρη του ηπειρωτικού και του νησιωτικού ελλαδικού χώρου, τη Μικρά Ασία, τη Σικελία και άλλα μέρη, στα οποία ο Γεώργιος Λαμπάκης είχε τη δυνατότητα, ως ιδιαίτερος γραμματέας της βασίλισσας Όλγας, να περιηγείται. Ο Λαμπάκης είχε χωρίσει τα δεκαπέντε χειρόγραφα τεύχη του Αρχείου του στις ακόλουθες έξι κατηγορίες:

1) Οι Χριστιανικαί πιγραφαί, κατανεμημένες σε τέσσερα τεύχη (Τεύχος Α΄: 1-65, Τεύχος Β΄: 66-103, Τεύχος Γ΄: 104-143 και Τεύχος Δ΄: 144-189), περιλαμβάνουν 189 επιγραφές, που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο περίπου του συνόλου των καταγραφών του Αρχείου. Η έναρξη καταγραφής των επιγραφών υποθέτουμε ότι θα πρέπει να ξεκίνησε λίγο μετά την ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, στις 23 Δεκεμβρίου του 1884, αφού λίγους μήνες αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου 1885, ο Λαμπάκης, ευρισκόμενος στη Χαλκίδα, έχει ήδη ξεκινήσει τη συγγραφή του δεύτερου τεύχους των Χριστιανικών Επιγραφών, όπως μας πληροφορεί χειρόγραφη σημείωσή του στην αρχή του τεύχους (“Ἐν Χαλκίδι τῇ 26ῃ Σεπτεμβρίου 1885”).

2) Οι πιγραφαί δι’ κίδος, κατανεμημένες σε τρία τεύχη (Τεύχος Α΄: 1-56, Τεύχος Β΄: 57-97 και Τεύχος Γ΄: 98-110), ξεκίνησαν να συγκεντρώνονται στις “1 Σεπτεμβρίου [18]86”, όπως μας πληροφορεί μία χειρόγραφη σημείωση στην αρχή του πρώτου τεύχους.

3) Ταυτόχρονα με τις εγχάρακτες επιγραφές, στις 1 Σεπτεμβρίου 1886, ξεκίνησε ο Λαμπάκης και την καταγραφή των επιγραφών πάνω σε εικόνες και τοιχογραφίες. Οι Ἐπιγραφαί εἰκόνων καί τῶν ἐφ’ ὑγραῖς διακοσμήσεων, όπως τις τιτλοφόρησε, κατανέμονται σε τρία τεύχη (Τεύχος Α΄: 1-46, Τεύχος Β΄: 47-75 και Τεύχος Γ΄: 76-101).

4) Στην ίδια ημερομηνία, στις 1 Σεπτεμβρίου 1886, ξεκίνησε και η καταγραφή των επιγραφών πάνω σε κειμήλια. Οι Ἐπιγραφαί κειμηλίων περιγράφονται σε ένα μόνο τεύχος (Τεύχος Α΄: 1-42), το οποίο αριθμεί μόλις 42 επιγραφές από άγια ποτήρια, ευαγγέλια, κεντητά άμφια, σταυρούς κ. ά. αντικείμενα, εκτός από εικόνες, οι επιγραφές των οποίων περιγράφονται στην προαναφερθείσα κατηγορία.

5) Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν και οι Ἐπιτύμβιοι Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί, οι οποίες κατανέμονται σε δύο τεύχη (Τεύχος Α΄: 1-72 και Τεύχος Β΄: 73-113). Ο ακριβής χρόνος συγκέντρωσής τους δεν είναι γνωστός, υποθέτουμε, ωστόσο, ότι η καταγραφή τους θα πρέπει να έγινε κατά την τριετία 1885-1887, σχεδόν ταυτόχρονα με τις άλλες κατηγορίες επιγραφών.

6) Σε ξεχωριστό τεύχος περιγράφονται και Αἱ ἐν τῷ Μουσείῳ τοῦ Παλέρμου Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί. Οι Επιγραφές από τη Σικελία, όπως ονομάστηκε τελικά η συγκεκριμένη κατηγορία, αφού περιέχει επιγραφές και από το ναό της Martorana, το Παλατινό Παρεκκλήσι (Cappella Palatina), το Μουσείο της Κατάνης και άλλα μέρη της Σικελίας, ανέρχονται σε 40. Η πλειονότητα των επιγραφών είναι επιτύμβιες και συνήθως δεν αναφέρουν κάποια χρονολογία, παρά μόνο το όνομα του κεκοιμημένου.

Για το χρόνο συγγραφής του τεύχους των Επιγραφών από τη Σικελία ο Λαμπάκης δεν αναφέρει κάποια πληροφορία.

Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανο, ωστόσο, η καταγραφή να έλαβε χώρα λίγο πριν τα μέσα του 1885, κατά την επίσκεψή του στη Σικελία, η οποία πραγματοποιήθηκε ύστερα από πρόταση του Άγγλου Μαρκησίου Bute, ο οποίος διέθεσε στον Γεώργιο Λαμπάκη τα αναγκαία χρήματα τόσο για το ταξίδι αυτό, όσο και για την έκδοση, αργότερα, του βιβλίου του για τη Μονή Δαφνίου (1889).

Στο Αρχείο Επιγραφών, όπως και στο σύνολο του έργου του Γεωργίου Λαμπάκη, αποτυπώνεται η μέριμνα, η αγωνία και ο ενθουσιώδης ζήλος του για τη διατήρηση της κληρονομιάς των προγόνων. Περιηγήσεις, φωτογραφίες, καταγραφές, συγγραφή μελετών, επικοινωνία με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του, όλα με ένα και μοναδικό στόχο: τη διάσωση του χριστιανικού παρελθόντος. Έτσι, η συντελεσθείσα μελέτη του Αρχείου Επιγραφών αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το σημερινό μελετητή της βυζαντινής και – κυρίως – της μεταβυζαντινής εποχής, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και έως σήμερα κάποια από τα ακίνητα ή τα κινητά μνημεία που έφεραν τις επιγραφές, τις οποίες κατέγραψε ο Γεώργιος Λαμπάκης, είναι πιθανό να χάθηκαν ή να καταστράφηκαν.

Δρ. Γεώργιος Δ. Τσιμπούκης
Αρχαιολόγος ΥΠ. ΠΟ. Α.

 

Αποθετήριο επιγραφών