Επιγραφές Γ.Λ.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δείτε το ψηφιακό αποθετήριο επιγραφών

1. Το Αρχείο Επιγραφών Γεωργίου Λαμπάκη

Το Αρχείο Επιγραφών Γεωργίου Λαμπάκη είναι ένα σύνολο από δεκαπέντε τεύχη, στα οποία ο Γεώργιος Λαμπάκης (1854-1914) αντέγραφε πρόχειρα επιγραφές από ναούς και άλλους τόπους που επισκεπτόταν με σκοπό, αργότερα, να τις δημοσιεύσει.

Οι περιηγήσεις του Λαμπάκη, καρπό των οποίων αποτελεί το Αρχείο, περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες στο Δελτίο της Χριστιανικής και Αρχαιολογικής Εταιρίας (στο εξής ΔΧΑΕ) και κυρίως στα τεύχη ΔΧΑΕ Α΄ (1892) έως Ι΄ (1911), τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος τους συντάχθηκαν από τον ίδιο τον Λαμπάκη. Στα Δελτία αυτά βρίσκουμε δημοσιευμένες και αρκετές από τις επιγραφές του Αρχείου.

Φαίνεται, ωστόσο, ότι στην πραγματικότητα ούτε τα Δελτία αυτά, αλλά ούτε και το υπό μελέτη Αρχείο – το οποίο περιλαμβάνει συνολικά 607 επιγραφές – κατάφεραν να διασώσουν το πολύ μεγάλο έργο που έφερε εις πέρας ο Γεώργιος Λαμπάκης. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο αριθμός των επιγραφών που είχε καταγράψει ως το 1907 έφταναν τις 4.000, ενώ διατυπώνει και την επιθυμία οι επιγραφές αυτές «νά ἐκδοθῶσι μετά διαφόρων τοπογραφικῶν καί ἱστορικῶν σημειώσεων, ἁγιογραφικῶν εἰκόνων καί ἀρχιτεκτονικῶν κατόψεων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἱερῶν ναῶν ὑπό τήν ἐπιγραφήν: Χριστιανική Ἑλλάς»1.

2. Η μελέτη του Αρχείου

Το σπουδαίο αυτό υλικό των 607 επιγραφών παραχωρήθηκε για αποδελτίωση και μελέτη από τον κ. Ιωάννη Λαμπάκη, ο οποίος ανέλαβε και την αναγκαία δαπάνη για την ολοκλήρωση του έργου, ενώ η ορθότητα και η επιστημονική εγκυρότητα των δημοσιευομένων τευχών ελέγχθηκε από την κ. Σοφία Καλοπίση-Βέρτη, καθηγήτρια της βυζαντινής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η μελέτη διήρκεσε από το 1999 έως το 2008.

Η προσπάθεια μας αποσκοπεί ουσιαστικά στη συστηματοποίηση και αξιολόγηση των πληροφοριών και του υλικού που συγκέντρωσε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου ο Γεώργιος Λαμπάκης. Στην πορεία του 20ου αιώνα και ως τις μέρες μας είναι πιθανό να χάθηκαν ή να καταστράφηκαν κάποια από τα μνημεία ή τα αντικείμενα που έφεραν τις επιγραφές, ή απλώς να μη μελετήθηκαν. Έτσι, η μελέτη του Αρχείου αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί είναι πιθανό να φέρει στο φως πληροφορίες άγνωστες ακόμα στους επιστήμονες.

Στο υπό μελέτη Αρχείο ο Γεώργιος Λαμπάκης είχε κατανείμει τα δεκαπέντε τεύχη του Αρχείου στις ακόλουθες κατηγορίες2: 1) Ἐπιγραφαί δι’ ἀκίδος, 2) Ἐπιγραφαί εἰκόνων καί τῶν ἐφ’ ὑγραῖς διακοσμήσεων, 3) Ἐπιγραφαί κειμηλίων, 4) Ἐπιτύμβιοι Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί, 5) Αἱ ἐν τῷ Μουσείῳ τοῦ Παλέρμου Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί, και 6) Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί.

Για μεθοδολογικούς λόγους δημιουργήθηκε μία ακόμη κατηγορία, τα Διάφορα, που περιλαμβάνει μία μόνο επιγραφή, η οποία δεν ανήκει σε κάποιο άλλο μέρος του Αρχείου, ενώ το πέμπτο μέρος του Αρχείου μετονομάστηκε στο παρόν πόνημα σε Επιγραφές από τη Σικελία, λόγω της προέλευσης των επιγραφών όχι μόνο από του Μουσείο του Παλέρμο, αλλά από διάφορα μέρη της Σικελίας.

Αναλυτικά οι επιγραφές ανά κατηγορία εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα:

 

Κατηγορία επιγραφών

Αρίθμηση

Περίοδος

Διάφορα

1

18ος αι.

Ἐπιγραφαί δι’ ἀκίδος

Τεύχος Α΄ (1-56)

Τεύχος Β΄ (57-97)

Τεύχος Γ΄ (98-110)

1-110

14-19ος αι.

Ἐπιγραφαί εἰκόνων καί τῶν ἐφ’ ὑγραῖς διακοσμήσεων

Τεύχος Α΄ (1-46)

Τεύχος Β΄ (47-75)

Τεύχος Γ΄ (76-101)

1-101

12-19ος αι.

Ἐπιγραφαί κειμηλίων

Τεύχος Α΄ (1-42)

1-42

16-19ος αι.

Ἐπιτύμβιοι Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί

Τεύχος Α΄ (1-72)

Τεύχος Β΄ (73-113)

1-113

9-18ος αι.

Επιγραφές από τη Σικελία

1-40

11-16ος αι.

Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί

Τεύχος Α΄ (1-65)

Τεύχος Β΄ (66-103)

Τεύχος Γ΄ (104-143)

Τεύχος Δ΄ (144-189)

1-189

6-19ος αι.

 

Κάθε επιγραφή του Αρχείου περιγράφεται αναλυτικά σε ξεχωριστή σελίδα του παρόντος πονήματος. Η σελίδα αυτή, η οποία τυπώνεται από ειδικά σχεδιασμένη βάση δεδομένων στην οποία έχουν ενσωματωθεί όλα τα δεδομένα, παρουσιάζει με συστηματικό τρόπο όλες τις πληροφορίες που προέκυψαν από το ίδιο το Αρχείο, αλλά και από τη μελέτη που ακολούθησε. Οι πληροφορίες αυτές διατυπώνονται με ακρίβεια, χωρίς αυθαίρετες προσθήκες και υποθέσεις, και για αυτό ορισμένες φορές κάποια πεδία έχουν αφεθεί κενά.

Στο πάνω μέρος κάθε σελίδας υπάρχει ο Αύξων Αριθμός (Α/Α) της Επιγραφής, που αποτελεί ουσιαστικά και την ταυτότητά της. Ο Α/Α επιλέχτηκε να αποτελείται από δύο ή τρία αρχικά γράμματα και έναν τριψήφιο αριθμό, που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιστοιχεί στον αριθμό που έχει η επιγραφή στο τεύχος του Αρχείου. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα αρχικά γράμματα που δόθηκαν για τα τεύχη του Αρχείου μαζί με ένα παράδειγμα:

 

Κατηγορία επιγραφών

Α/Α

ΔΙΑ

Διάφορα

ΔΙΑ001

ΕΔΑ

Ἐπιγραφαί δι’ ἀκίδος

ΕΔΑ006

ΕΕΥ

Ἐπιγραφαί εἰκόνων καί τῶν ἐφ’ ὑγραῖς διακοσμήσεων

ΕΕΥ100

ΕΚ

Ἐπιγραφαί κειμηλίων

ΕΚ023

ΕΧΕ

Ἐπιτύμβιοι Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί

ΕΧΕ099

ΣΙΚ

Επιγραφές από τη Σικελία

ΣΙΚ032

ΧΕ

Χριστιανικαί Ἐπιγραφαί

ΧΕ122

 

Στη συνέχεια δίνονται στοιχεία για το μνημείο ή το χώρο όπου φυλάσσεται (τόπος φύλαξης) ή βρέθηκε η επιγραφή (τόπος προέλευσης)3, στοιχεία για την ίδια την επιγραφή, οι παρατηρήσεις που έγιναν από τον Λαμπάκη και από το συντάκτη, καθώς και επιλογή από υπάρχουσες δημοσιεύσεις του Λαμπάκη ή άλλων μεταγενέστερων ερευνητών4. Ακριβώς κάτω από τα στοιχεία αυτά υπάρχει – ελαφρά διαφοροποιημένο ως προς την κλίμακα – ψηφιοποιημένο απόσπασμα από το Αρχείο, ώστε να είναι εφικτή η άμεση επαφή με το υπό παρουσίαση υλικό.

Απαραίτητο συμπλήρωμα και εργαλείο εντοπισμού πληροφοριών αποτελούν τα συγκεντρωτικά ευρετήρια, που αφορούν το σύνολο του Αρχείου Επιγραφών και τα οποία υπάρχουν στο τέλος καθενός από τους τρεις τόμους:

— Πίνακας περιεχομένων

— Πίνακας επιγραφών ανά νομό

— Πίνακας χρονολογημένων επιγραφών ανά αιώνα

— Ευρετήριο προσώπων

— Ευρετήριο ιδιοτήτων

Τέλος, τα γραφήματα που υπάρχουν στις τελευταίες σελίδες κάθε τόμου αποδίδουν με παραστατικό τρόπο την κατανομή των επιγραφών κάθε κατηγορίας ανά νομό και ανά αιώνα.

 

Παρατηρήσεις

 

Επιγραφαί δι΄ ακίδος

Ο χρόνος συγγραφής του α΄ τεύχους των Επιγραφών δι’ ακίδος (ΕΔΑ) μας είναι γνωστός, χάρη σε μια σημείωση του Λαμπάκη στην αρχή του τεύχους, που αναφέρει τη χρονολογία 1 Σεπτεμβρίου [18]86. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με μια άλλη σημείωση στο β΄ τεύχος των Χριστιανικών Επιγραφών, που ανέφερε τη χρονολογία 26/9/1885, δείχνει ότι η καταγραφή των εγχάρακτων επιγραφών ξεκίνησε τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την καταγραφή των Χριστιανικών Επιγραφών.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία είναι καταγεγραμμένες οι επιγραφές, παρατηρούμε ότι υπάρχει κάποια σχετική συνέχεια. Η καταγραφή ξεκινάει με ορισμένες επιγραφές από την Αττική, συνεχίζεται με δέκα επιγραφές από τη Βοιωτία, και συγκεκριμένα από τη Μονή του Οσίου Λουκά, στη συνέχεια ο Λαμπάκης επιστρέφει πάλι στην Αττική, ενώ το τεύχος κλείνει με την καταγραφή επιγραφών από την Αργολίδα.

Οι περισσότερες από τις επιγραφές του α΄ τεύχους προέρχονται από το νομό Αττικής (συνολικά 32 επιγραφές από τις 58, συγκεκριμένα ΕΔΑ001 έως ΕΔΑ020 και ΕΔΑ031 έως ΕΔΑ040). Δεκαέξι επιγραφές προέρχονται από την Αργολίδα, και συγκεκριμένα από την Αγία Μονή Ζωοδόχου Πηγής (ΕΔΑ041 έως ΕΔΑ056), ενώ οι υπόλοιπες δέκα προέρχονται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από τη Βοιωτία (ΕΔΑ021 έως ΕΔΑ030).

Ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση ότι στο α΄ τεύχος τόσο των Επιγραφών δι’ ακίδος, όσο και σε αυτό των Χριστιανικών Επιγραφών, η πλειονότητα των επιγραφών προέρχεται από το νομό Αττικής, όπου η πρόσβαση στο υλικό ήταν ευκολότερη για τον Γεώργιο Λαμπάκη. Εκτός από την Αττική, στο α΄ τεύχος των παραπάνω επιγραφών υπάρχουν επίσης επιγραφές από τη Μονή του Οσίου Λουκά στο Στείριο της Βοιωτίας, κάτι που δείχνει τη μεγάλη σημασία που είχε αυτό το μνημείο για τον Γεώργιο Λαμπάκη.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του α΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι μισές σχεδόν χρονολογημένες επιγραφές (οι 23 από τις 47) ανήκουν στο 17ο αιώνα. Οι υπόλοιπες επιγραφές ανήκουν στο 16ο (12 επιγραφές) και στο 18ο (9 επιγραφές), ενώ υπάρχουν δύο επιγραφές από το 15ο και μια επιγραφή από το 14ο αιώνα.

Ο χρόνος συγγραφής του β΄ τεύχους των Επιγραφών δι’ ακίδος δεν μας είναι επακριβώς γνωστός, εφόσον όμως το α΄ τεύχος αναφέρει τη χρονολογία 1 Σεπτεμβρίου [18]86, το β΄ τεύχος θα γράφτηκε λίγο αργότερα.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία είναι καταγεγραμμένες οι επιγραφές, παρατηρούμε ότι υπάρχει απόλυτη συνέχεια. Η καταγραφή επιγραφών από την Αργολίδα, που είχε ξεκινήσει στο α΄ τεύχος, συνεχίζεται και στο β΄ τεύχος (34 επιγραφές, ΕΔΑ057 έως ΕΔΑ089), ενώ στη συνέχεια ο Λαμπάκης συνεχίζει την καταγραφή επιγραφών από την Αττική (8 επιγραφές, ΕΔΑ090 έως ΕΔΑ097).

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του β΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι πάνω από τις μισές χρονολογημένες επιγραφές (οι 16 από τις 28) ανήκουν στο 17ο αιώνα. Οι υπόλοιπες επιγραφές ανήκουν στο 16ο (8 επιγραφές) και στο 18ο (3 επιγραφές), ενώ υπάρχει και μια επιγραφή από το 14ο αιώνα.

Ο χρόνος συγγραφής του γ΄ τεύχους των Επιγραφών δι’ ακίδος δεν μας είναι, επίσης, επακριβώς γνωστός, ωστόσο μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θα γράφτηκε πολύ αργότερα από το α΄ τεύχος, ίσως δηλαδή μέσα στο έτος 1887.

Το γ΄ τεύχος περιέχει μόνο 13 επιγραφές που προέρχονται από το νομό Λακωνίας. Όσον αφορά στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες χρονολογημένες επιγραφές (οι 8 από τις 12) ανήκουν στο 17ο αιώνα. Οι υπόλοιπες τέσσερις επιγραφές ανήκουν στο 16ο (2 επιγραφές), στο 18ο (1 επιγραφή) και στο 19ο αιώνα (1 επιγραφή).

Επιγραφαί εικόνων και των εφ' υγραίς διακοσμήσεων

Ο χρόνος συγγραφής του α΄ τεύχους των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων (ΕΕΥ) μας είναι γνωστός, χάρη σε μια σημείωση του Λαμπάκη στην αρχή του τεύχους, που αναφέρει τη χρονολογία 1 Σεπτεμβρίου [18]86. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη σημείωση στην αρχή του α΄ τεύχους των Επιγραφών δι’ ακίδος, που ανέφερε την ίδια ημερομηνία (1/9/[18]86), και την αντίστοιχη σημείωση στο β΄ τεύχος των Χριστιανικών Επιγραφών, που ανέφερε τη χρονολογία 26/9/1885, δείχνει ότι η καταγραφή των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων ξεκίνησε ταυτόχρονα με την καταγραφή των Επιγραφών δι’ ακίδος και τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την καταγραφή των Χριστιανικών Επιγραφών.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία είναι καταγεγραμμένες οι επιγραφές, παρατηρούμε ότι μέχρι την επιγραφή ΕΕΥ027 υπάρχει σχετική αταξία και ασυνέχεια. Η καταγραφή ξεκινάει με ορισμένες επιγραφές από την Αττική, συνεχίζεται με μια επιγραφή από τη Βοιωτία, τρεις από την Αργολίδα, εννιά επιγραφές από την Αττική, τρεις από τη Βοιωτία και τρεις από την Αχαΐα. Στη συνέχεια, από την επιγραφή ΕΕΥ028 και ως το τέλος του τεύχους, ο Λαμπάκης βρίσκεται στο νομό Λακωνίας και καταγράφει επιγραφές από τα μνημεία της περιοχής.

Οι περισσότερες από τις επιγραφές του α΄ τεύχους προέρχονται από τους νομούς Αττικής (συνολικά 18) και Λακωνίας (συνολικά 19). Οι υπόλοιπες προέρχονται από τη Βοιωτία (4 επιγραφές), από την Αργολίδα (3 επιγραφές) και την Αχαΐα (3 επιγραφές).

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του α΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες επιγραφές ανήκουν στο 17ο (8 επιγραφές), 18ο (10 επιγραφές) και 19ο αιώνα (9 επιγραφές), μια επιγραφή ανήκει στο 16ο αιώνα, ενώ στο α΄ τεύχος υπάρχουν και τέσσερις επιγραφές από τη βυζαντινή περίοδο.

Το β΄ τεύχος των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων περιέχει 29 επιγραφές από τους νομούς Λακωνίας, Μεσσηνίας και Κυκλάδων. Η καταγραφή συνεχίζεται από το α΄ τεύχος με επιγραφές από τη Λακωνία (τεύχος α΄: ΕΕΥ028 έως ΕΕΥ046, τεύχος β΄: ΕΕΥ047 έως ΕΕΥ056), στη συνέχεια παρεμβάλλονται δυο επιγραφές από τη Μεσσηνία, ενώ από την επιγραφή ΕΕΥ059 και ως το τέλος του τεύχους ο Λαμπάκης καταγράφει επιγραφές από τις Κυκλάδες.

Όσον αφορά στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του β΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των επιγραφών ανήκει στο 18ο αιώνα (14 επιγραφές), τέσσερις επιγραφές είναι του 17ου, και από μια επιγραφές ανήκουν στο 15ο και 19ο αιώνα, αντίστοιχα.

Με μοναδική εξαίρεση την επιγραφή ΕΕΥ096 από τη Μονή Καισαριανής στην Αττική, το γ΄ τεύχος των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων περιέχει εξ’ ολοκλήρου επιγραφές από το νομό Κυκλάδων.

Τέλος, από τις 26 επιγραφές του γ΄ τεύχους είναι χρονολογημένες οι 20. Όπως και στο β΄ τεύχος, η πλειονότητα των χρονολογημένων αυτών επιγραφών εντάσσεται στο 18ο αιώνα, ενώ υπάρχουν επίσης και 3 επιγραφές από το 17ο αιώνα.

Επιγραφαί κειμηλίων

Το α΄ - και μοναδικό – τεύχος των Επιγραφών κειμηλίων (ΕΚ) περιλαμβάνει 42 επιγραφές που προέρχονται από διάφορα κειμήλια, όπως άγια ποτήρια, ευαγγέλια, κεντητά άμφια, σταυρούς κ.ά.

Ο χρόνος συγγραφής του α΄ τεύχους των Επιγραφών κειμηλίων μας είναι γνωστός, χάρη σε μια σημείωση του Λαμπάκη στην αρχή του τεύχους, που αναφέρει τη χρονολογία 1 Σεπτεμβρίου [18]86. Η ίδια ημερομηνία αναφέρεται και στην αρχή του α΄ τεύχους των Επιγραφών δι’ ακίδος και του α΄ τεύχους των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τη σημείωση στο β΄ τεύχος των Χριστιανικών Επιγραφών, που ανέφερε τη χρονολογία 26/9/1885, δείχνουν ότι η καταγραφή των Επιγραφών κειμηλίων ξεκίνησε ταυτόχρονα με την καταγραφή των Επιγραφών δι’ ακίδος και των Επιγραφών εικόνων και των εφ’ υγραίς διακοσμήσεων και τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την καταγραφή των Χριστιανικών Επιγραφών.

Οι περισσότερες από τις επιγραφές του α΄ τεύχους προέρχονται από τους νομούς Λακωνίας (συνολικά 13), Βοιωτίας (συνολικά 10), Αττικής (συνολικά 7) και Κυκλάδων (συνολικά 6). Οι υπόλοιπες προέρχονται από τη Μεσσηνία (3 επιγραφές) και την Αχαΐα (2 επιγραφές), ενώ η προέλευση μιας επιγραφής παραμένει άγνωστη.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του α΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες επιγραφές ανήκουν στο 18ο (21 επιγραφές), 19ο (6 επιγραφές) και 17ο αιώνα (5 επιγραφές), ενώ μια επιγραφή ανήκει στο 16ο αιώνα.

Επιτύμβιοι Χριστιανικαί επιγραφαί

Ο χρόνος συγγραφής τόσο του α΄ τεύχους, όσο και του β΄ τεύχους των Επιτύμβιων Χριστιανικών Επιγραφών (ΕΧΕ) δεν μας είναι γνωστός, μπορούμε ωστόσο να υποθέσουμε ότι η συγγραφή των τευχών θα έγινε περίπου συγχρόνως με τα υπόλοιπα τεύχη του Αρχείου, δηλαδή κατά την περίοδο 1885-1886.

Στο α΄ τεύχος η πλειονότητα των επιγραφών προέρχεται από το νομό Αττικής, ενώ από άλλα μέρη (Αργολίδα, Αρκαδία, Λακωνία, Κυκλάδες και Ελεγμοί Μ. Ασίας) προέρχονται μόλις πέντε επιγραφές.

Από τις συνολικά 73 επιγραφές του α΄ τεύχους, μόνον οι 8 είναι χρονολογημένες και αναφέρουν τη χρονολογία θανάτου του προσώπου για τη διάσωση της μνήμης του οποίου γράφτηκαν. Από τις χρονολογημένες αυτές επιτύμβιες επιγραφές, οι 6 είναι των βυζαντινών χρόνων, ενώ οι υπόλοιπες 2 ανήκουν στο 18ο αιώνα.

Το β΄ τεύχος των Επιτύμβιων Χριστιανικών Επιγραφών περιέχει 41 επιγραφές και αποτελεί οργανική συνέχεια του α΄ τεύχους. Ο κύριος όγκος των επιγραφών προέρχεται και σε αυτό το τεύχος από το νομό Αττικής, ενώ εμπεριέχονται και 3 επιγραφές εκτός Αττικής, από την Εύβοια, την Ηλεία και τις Κυκλάδες.

Το σύνολο, σχεδόν, των επιγραφών δεν αναφέρει κάποια χρονολογική ένδειξη, ενώ οι μόλις 3 χρονολογημένες επιγραφές ανήκουν στο 14ο (ΕΧΕ084 και ΕΧΕ095) και 17ο (ΕΧΕ075) αιώνα.

Επιγραφές από την Σικελία

Το τεύχος των Επιγραφών από τη Σικελία (ΣΙΚ) περιλαμβάνει 41 συνολικά επιγραφές που προέρχονται από το Μουσείο του Παλέρμου, το ναό της Martorana, το Παλατινό Παρεκκλήσι (Cappella Palatina), το Μουσείο της Κατάνης, και, τέλος, από ένα χειρόγραφο κώδικα του 17ου αιώνα. Η πλειονότητα των επιγραφών είναι επιτύμβιες και συνήθως δεν αναφέρουν κάποια χρονολογία, παρά μόνο το όνομα του κεκοιμημένου. Οι συνολικά πέντε χρονολογημένες επιγραφές είναι του 11ου (ΣΙΚ001), του 12ου (ΣΙΚ003, ΣΙΚ008 και ΣΙΚ037) και του 16ου αιώνα (ΣΙΚ002).

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι σε μια σημείωση στο εσώφυλλο του τεύχους ο Λαμπάκης αναφέρει ότι ορισμένες από τις επιγραφές είναι δημοσιευμένες στο Siciliae et objacentium insularum veterum inscriptionum, Panormi 1784, ωστόσο δεν προσδιορίζεται για ποιες ακριβώς πρόκειται.

Χριστιανικαί Επιγραφαί

Ο χρόνος συγγραφής του α΄ τεύχους των Χριστιανικών Επιγραφών (ΧΕ) παραμένει άγνωστος. Λογικό είναι, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι γράφτηκε πριν από το β΄ τεύχος, το οποίο στην πρώτη σελίδα του αναφέρει ότι γράφτηκε (ή άρχισε να γράφεται) στη Χαλκίδα, στις 26 Σπτεμβρίου 1885. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι ήδη αρκετά χρόνια πριν αρχίσει η έκδοση των ΔΧΑΕ, ο Λαμπάκης είχε αρχίσει τις περιηγήσεις του και την καταγραφή επιγραφών1.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία είναι καταγεγραμμένες οι επιγραφές, παρατηρούμε, ειδικά στην αρχή και έως την επιγραφή ΧΕ011, κάποια αταξία και ασυνέχεια· το Αρχείο ξεκινάει με μια επιγραφή από την Αρκαδία, συνεχίζει με τρεις από την Αττική, παρεμβάλλεται μια από την Κωνσταντινούπολη, κτλ. Η αταξία αυτή αποκαθίσταται από την ΧΕ012 και μετά.

Οι περισσότερες από τις επιγραφές του α΄ τεύχους προέρχονται από το νομό Αττικής (συνολικά 39 επιγραφές από τις 65). Δέκα επιγραφές προέρχονται από τις Κυκλάδες, και συγκεκριμένα από την Τήνο, εννιά από τη Βοιωτία (Όσιος Λουκάς και Παναγία Σκριπού) και οι υπόλοιπες επτά από άλλα μέρη (Κωνσταντινούπολη2, Αρκαδία, Εύβοια, Κορινθία). Παρατηρούμε, επομένως, ότι η προσπάθεια του Λαμπάκη εστιάστηκε, αρχικά, κυρίως στην Αττική, όπου η πρόσβαση για αυτόν ήταν ευκολότερη, και στην Τήνο3 και συνεχίστηκε αργότερα σε άλλα μέρη.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του α΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι, εκτός από μια επιγραφή του 6ου αιώνα (ΧΕ064), τις πέντε επιγραφές από την Παναγία Σκριπού του 873/4 (ΧΕ044 έως ΧΕ049), καθώς και λίγες ακόμα από το 16ο (ΧΕ008) και 19ο αιώνα (ΧΕ038, ΧΕ051), οι περισσότερες επιγραφές (συνολικά 28) ανήκουν χρονολογικά στο 17ο και 18ο αιώνα.

Ο χρόνος συγγραφής του β΄ τεύχους μας είναι γνωστός, όπως έχει ήδη αναφερθεί, χάρη σε μια σημείωση του Λαμπάκη στην πρώτη σελίδα του τεύχους, που αναφέρει: «Ἐν Χαλκίδι τῇ 26ῃ Σεπτεμβρίου 1885». Το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι η χρονολογία 26/9/1885 αποτελεί ένα terminus ante quem για τη συγγραφή του α΄ τεύχους. Η ύπαρξη της χρονολογικής αυτής ένδειξης στην αρχή του τεύχους πιθανότατα αναφέρεται στο χρόνο έναρξης της συγγραφής του β΄ τεύχους και όχι στο χρόνο ολοκλήρωσής της.

Όλες οι επιγραφές του β΄ τεύχους – με εξαίρεση την επιγραφή ΧΕ084, που προέρχεται από το νομό Ηρακλείου, και την επιγραφή ΧΕ100, της οποίας την προέλευση δεν γνωρίζουμε - προέρχονται από τους νομούς Εύβοιας, Αττικής και Αργολίδας. Οι πρώτες δεκαοχτώ επιγραφές (ΧΕ066 έως ΧΕ084) προέρχονται από την Εύβοια, γεγονός που συμφωνεί με τη σημείωση της πρώτης σελίδας («Ἐν Χαλκίδι…») και επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στις 26/9/1885 ξεκίνησε (και όχι ολοκληρώθηκε) η συγγραφή του β΄ τεύχους. Ακολουθεί η επιγραφή από το νομό Ηρακλείου (ΧΕ085) και στη συνέχεια έχουμε εναλλάξ επιγραφές από την Αττική (ΧΕ085 έως ΧΕ087, ΧΕ094 έως ΧΕ099) και την Αργολίδα (ΧΕ088 έως ΧΕ093, ΧΕ101 έως ΧΕ103).

Ο λόγος για τον οποίο διασπάται αυτή η συνέχεια στις επιγραφές της Αττικής και της Αργολίδας παραμένει άγνωστος. Μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι αμέσως μετά τις περιηγήσεις στην Εύβοια, ο Λαμπάκης επέστρεψε στην Αθήνα για να καταγράψει και άλλες επιγραφές4, η καταγραφή τους όμως διακόπηκε από δύο σύντομες περιηγήσεις στην Αργολίδα.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του β΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες επιγραφές (συνολικά 14) ανήκουν χρονολογικά στο 19ο αιώνα, έξι επιγραφές στο 18ο αιώνα, τρεις στο 17ο και οι υπόλοιπες τέσσερις στο 12ο , 14ο, 15ο και 16ο αιώνα.

Ο χρόνος συγγραφής του γ΄ τεύχους μας είναι άγνωστος, βάσιμα, ωστόσο, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το τεύχος αυτό θα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του 1886. Την υπόθεση ενισχύει το γεγονός ότι οι τελευταίες τρεις επιγραφές του β΄ τεύχους (ΧΕ101-ΧΕ103) και οι πρώτες έξι επιγραφές του γ΄ τεύχους (ΧΕ104-ΧΕ109) προέρχονται από το ίδιο μέρος, από το νομό Αργολίδας. Οι υπόλοιπες επιγραφές του γ΄ τεύχους προέρχονται κυρίως από τη Λακωνία, καθώς και από την Αττική, την Αχαΐα, τη Βοιωτία και την Εύβοια.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία οι επιγραφές είναι καταγεγραμμένες, μπορεί κανείς να παρατηρήσει την ίδια ασυνέχεια και αταξία, που παρατηρήθηκε στα προηγούμενα δύο τεύχη. Οι επιγραφές, δηλαδή, από κάθε τόπο δεν είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί σε ένα τεύχος, αλλά διασκορπισμένες σε διαφορετικά τεύχη, ακόμα και σε διαφορετικά μέρη μέσα στο ίδιο τεύχος. Έτσι, στο γ΄ τεύχος, παραδείγματος χάρη, έχουμε τρεις ομάδες επιγραφών από την Αττική και δυο από την Αργολίδα. Οι επιγραφές από τη Λακωνία, αντίθετα, είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί στο τέλος του τεύχους.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του γ΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες επιγραφές (συνολικά 11) ανήκουν χρονολογικά στο 19ο αιώνα, οκτώ επιγραφές στο 17ο αιώνα, έξι στο 18ο και οι υπόλοιπες τέσσερις στον 16ο αιώνα.

Ο χρόνος συγγραφής του δ΄ τεύχους μας είναι άγνωστος. Ίσως να γράφτηκε μέσα στο 1886 ή λίγο αργότερα, αν λάβει κανείς υπόψη ότι το β΄ τεύχος ξεκίνησε να γράφεται στις 26 Σεπτεμβρίου του 1885.

Όσον αφορά στη σειρά με την οποία οι επιγραφές είναι καταγεγραμμένες, μπορεί κανείς να παρατηρήσει, ότι, σε αντίθεση με τα προηγούμενα τρία τεύχη των Χριστιανικών Επιγραφών, όπου υπήρχε αταξία και ασυνέχεια στην καταγραφή, στο δ΄ τεύχος οι επιγραφές έχουν καταγραφεί με κάποια συνέχεια.

Ήδη από το γ΄ τεύχος ο Λαμπάκης είχε αρχίσει να καταγράφει επιγραφές από το νομό Λακωνίας (γ΄ τεύχος, επιγραφές ΧΕ127 έως ΧΕ143), κάτι το οποίο συνεχίζει και στο δ΄ τεύχος (επιγραφές ΧΕ144 έως ΧΕ160). Μετά τη Λακωνία, ο Λαμπάκης επισκέπτεται τη γειτονική Μεσσηνία και καταγράφει εκεί τέσσερις επιγραφές (ΧΕ161 έως ΧΕ164). Η επόμενη ομάδα επιγραφών προέρχεται από το νομό Κυκλάδων (επιγραφές ΧΕ165 έως ΧΕ189). Από τις συνολικά 25 επιγραφές που προέρχονται από τις Κυκλάδες, οι είκοσι προέρχονται από την Τήνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του Γεωργίου Λαμπάκη, ενώ οι υπόλοιπες πέντε από τη γειτονική Σύρο.

Όσον αφορά, τέλος, στην κατανομή ανά αιώνα των χρονολογημένων επιγραφών του δ΄ τεύχους, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες επιγραφές (συνολικά 21) ανήκουν χρονολογικά στο 18ο αιώνα, επτά επιγραφές στο 17ο αιώνα, τρεις στο 13ο, δύο στο 19ο και από μια στο 15ο και 16ο αιώνα, αντίστοιχα.

1 Το Α΄ ΔΧΑΕ δημοσιεύτηκε το 1892· η ΧΑΕ, ωστόσο, ιδρύθηκε το 1884 και ίσως τότε να ξεκίνησε η συγγραφή του α΄ τεύχους των Χριστιανικών Επιγραφών, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Λαμπάκη για τη διάσωση της εθνικής μας κληρονομιάς.

2 Όταν έγραφε το α΄ τεύχος, ο Λαμπάκης δεν είχε επισκεφθεί ακόμα την Κωνσταντινούπολη· αυτό έγινε, όπως αναφέρει ο ίδιος, στις 2/9/1902. Το αντικείμενο, όμως, με την επιγραφή του είχε αποστείλει αρκετά χρόνια πριν από την Κωνσταντινούπολη ο Ραγκαβής [Βλ. ΔΧΑΕ Ι΄ (1911) 14, 17].

3 Ο Λαμπάκης αγαπούσε ιδιαίτερα την Τήνο, διότι καταγόταν από εκεί η μητέρα του (πληροφορία από τον κ. Ιωάννη Λαμπάκη).

4 Στο α΄ τεύχος έχει ήδη καταγράψει 39 επιγραφές από την Αττική.

Γεώργιος Δ. Τσιμπούκης
Διδάκτωρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 


ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

1. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

BICA

Bullettino dell’ Instituto di corrispondenza archeologica

CIG

Corpus Inscriptionum Graecarum

DOP

Dumbarton Oaks Papers

ODB

Oxford Dictionary of Byzantium

TM

Travaux et Mémoires

2. ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

ΑΒΜΕ

Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος

ΑΕ

Αρχαιολογική Εφημερίς

ΔΙΕΕ

Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος

ΔΧΑΕ

Δελτίον της Χριστιανικής και Αρχαιολογικής Εταιρείας

ΕΜΜΕ

Ευρετήριον των Μεσαιωνικών Μνημείων της Ελλάδος

1 Γ. Λαμπάκης, «Ὑπόμνημα περί τῶν Χριστιανικῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος», ΔΧΑΕ Δ΄ (1904) 93, υπ. 1. Βλ. επίσης ο ίδιος, «Ἀνακοινώσεις ἐν τῷ Ἀθήνησι συγκροτηθέντι Α΄ Διεθνεῖ Ἀρχαιολογικῷ Συνεδρίῳ», στο ίδιο Ζ΄ (1907) 57.

2 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες στις οποίες είχε κατανείμει ο Γεώργιος Λαμπάκης τις επιγραφές δεν είναι αμιγείς, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις αλληλοκαλύπτονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι επιγραφές ΧΕ037 (άγιο ποτήριο) και ΧΕ059 (εικόνα), οι οποίες, παρόλο που είναι γραμμένες πάνω σε κειμήλια, δεν είναι ενταγμένες στις Επιγραφές Κειμηλίων, αλλά στις Χριστιανικές Επιγραφές.

3 Συχνά, στις περιπτώσεις κυρίως που οι επιγραφές προέρχονται από την επαρχία, μέσα στο Αρχείο αναφέρεται μόνο το όνομα του χωριού (τοπωνύμιο) στο οποίο υπάρχει η επιγραφή. Επειδή αυτή η πληροφορία από μόνη της καθιστά αρκετά δύσκολο τον εντοπισμό του μνημείου ή του χώρου αυτού, έχουμε συμπληρώσει και το νομό στον οποίο το μνημείο αυτό υπάγεται. Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος των ετών 1948-1954 (Αριθμοί Φ.Ε.Κ. 41 έως 275) και από το έντυπο του Εθνικού Τυπογραφείου Διοικητική Διαίρεση της Ελλάδος κατά Περιφέρειες, Νομούς, Δήμους και Κοινότητες (Νόμος 2539/94), Αθήνα 1998.

4 Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση των επιγραφών γίνεται μάλλον περιστασιακά και, επομένως, εναπόκειται στον ερευνητή των επιγραφών να προχωρήσει σε περαιτέρω βιβλιογραφική έρευνα. Ειδικότερα για τις Επιτύμβιες Χριστιανικές Επιγραφές, η βιβλιογραφική τεκμηρίωση βασίστηκε κυρίως στο E. Sironen, The Late Roman and Early Byzantine Inscriptions of Athens and Attica, Ελσίνκι 1997, στο οποίο περιλαμβάνεται η πλειονότητα των επιγραφών του Αρχείου.

 

 

Αποθετήριο επιγραφών